ἀπάτη

ἡ ἀπάτη обман; обольщение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀπάτη" в других словарях:

  • ἀπάτη — trick fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀ̱πάτη , ἀπατάω cheat imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀπατάω cheat pres imperat act 2nd sg (doric) ἀ̱πάτη , ἀπατάω cheat imperf ind act 3rd sg (epic doric ionic aeolic) ἀπατάω cheat pres imperat act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάτῃ — ἀπάτη trick fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απάτη — I Όρος ο οποίος στηνομική γλώσσα δηλώνει την αθέμιτη συμπεριφορά ενός υποκειμένου, η οποία οφείλεται στην πρόθεση να κατακτήσει δικαιώματα τρίτων ή να αποφύγει την εφαρμογή ενός νομικού κανόνα. Στο δίκαιο, η α. εκτός του ότι είναι συμπεριφορά… …   Dictionary of Greek

  • απάτη — η 1. ψέμα για δική μας ωφέλεια και ζημιά αλλουνού, γέλασμα: Με απάτη του πήρε αρκετές χιλιάδες δραχμές. 2. λαθεμένη αντίληψη, πλάνη: Ο λεγόμενος αντικατοπτρισμός είναι οπτική απάτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απάτη — [алати] ουσ. Θ. обман, обольщение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀπατῇ — ἀπατάω cheat pres subj mp 2nd sg (doric) ἀπατάω cheat pres ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀπατάω cheat pres subj act 3rd sg (doric) ἀπατάω cheat pres ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀπατάω cheat pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἀπατάω cheat pres ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οπτική απάτη — Βλ. λ. οφθαλμαπάτη …   Dictionary of Greek

  • ἀπάται — ἀπάτη trick fem nom/voc pl ἀπάτᾱͅ , ἀπάτη trick fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάτηι — ἀπάτῃ , ἀπάτη trick fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπατᾶν — ἀπάτη trick fem gen pl (doric aeolic) ἀπατάω cheat pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀπατάω cheat pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀπατάω cheat pres part act masc nom sg (doric aeolic) ἀπατᾶ̱ν , ἀπατάω cheat pres inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπατέων — ἀπάτη trick fem gen pl (epic ionic) ἀπατάω cheat pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.